Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσουκαλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσουκαλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Μπλιαααααργκ… μπεεεεεεεεργκ… μπλοουουοουουουρπ (ξερατά)


Λοιπόν, τέρμα τα ψέματα. Ο,τι διαβάσατε, διαβάσατε. Τα άρθρα αυτά ήταν τραβηγμένα από την εφημερίδα, οπότε καταλαβαίνετε ότι έπρεπε να τηρούνται κάποια προσχήματα. Τώρα δεν πρέπει, όμως… Και το όνειρό μου, αγαπητέ αναγνώστα, ήταν αυτό: να μπορώ να κράζω ελεύθερα. Ας ξεκινήσουμε…

Και τι καλύτερο για ξεκίνημα από τα τηλεοπτικά πρόσωπα. Οχι όλα, όμως, φίλε. Για να γραφτεί το σημερινό άρθρο μιλάμε ότι έχω ζήσει πολλές στιγμές. Στιγμές καθημερινές, ξέρεις εσύ.

Εκεί, π.χ., που σε έχει πάει αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας και βγαίνεις από χέστρα έχοντας αφήσει κουράδα-βδέλλα, ξέρεις, από εκείνη που και δέκα φορές να σκουπιστείς πάλι θα βρεις υπολείμματα στο σώβρακο και θες ατσαλίνα για φύγει το blob από τον dolomite καμπινέ που μόλις φόρεσες στο μπάνιο σου. Τότε τον βλέπεις μπροστά σου στην οθόνη. Και θεωρείς πολύ πιο ευχάριστο το να γυρίσεις πίσω και να κάνεις κρέμα ομορφιάς με το τσιρλί που έχει απομείνει και δυο αγγουράκια στα μάτια, παρά να είσαι αναγκασμένος να τον παρακολουθήσεις ένα δευτερόλεπτο ακόμα.

Είναι αρκετοί οι κύριοι που προκαλούν τέτοια συναισθήματα, αλλά τρεις έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Ενώ οι άλλοι σκαρφαλώνουν στα Μετέωρα με φουλ εξοπλισμό, εκείνοι πάνε στο Εβερεστ ξεβράκωτοι, χωρίς νερό και φαγητό, και επιζούν. Μιλάμε για τέτοια ύψη. Μιλάμε για τέτοιο σίχαμα. Γράφω το άρθρο με πόνο ψυχής. Σου λέω αλήθειες. Καλύτερα να μου ξηγιόντουσαν golden shower δέκα Πακιστανοί που μόλις έχουν γυρίσει, άπλυτοι τρεις μήνες, από το πακιστανικό Σουρβάιβορ ή να έμπλεκα σε threesome κοπρολαγνικό/κοπροφαγικό όργιο με τη Ρόζι Ο’Ντόνελ και τη Μαντλίν Ολμπράιτ, παρά να ήμουν στο ίδιο δωμάτιο με αυτούς τους τρεις.

Ξεκινάμε αντίστροφα. Και νούμερο τρία στη λίστα μας είναι ο…

ΤΑΚΗΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Καούκα Boney M γκριζαριστή, φλάιν και τζιν Alberto Lupo. Μόνο αυτόν και τον ΛΕ.ΠΑ. έχω δει να το φοράνε, αλλά ο ΛΕ.ΠΑ. συγχωρείται λόγω του γενικότερου μεγαλείου του και του γεγονότος ότι είναι πιο γραφικός κι από γκλίτσα που πουλιέται σε μαγαζί στην Πλάκα. Σκηνικό με αφίσες και φωτό του Ολυμπιακού από πίσω και ο κλασικός χοντρούλιακας κολαούζος γαύρος δίπλα του να λέει «Ναι, Τάκη», Πες τα, Τάκη», «Χα, χα, χα, good one, Τάκη, τα ξεκώλιασες τα βαζελάκια».

Ωπα λίγο, μισό, δεν μπορώ να το αφήσω έτσι… Και καλά, άιντε, να είσαι ο Τσουκαλάς κάτι πάει κι έρχεται, αλλά να είσαι ο Robin του Τσουκαλά και ο Τάκαρος να είναι ο Batman σου, να είσαι ο Ντον Τζόνσον και ο Τάκαρος να είναι ο προσωπικός σου Φίλιπ Μάικλ Τόμας, ε, αυτό, μαλάκα μου, πάει πολύ. Είσαι πιο τελειωμένος κι από πρέζωνα στην Ομόνοια που ξηγιέται προσκύνημα με πορτοκαλαδίτσα στο χέρι και βαράει ντάγκλα στηριζόμενος στο ένα πόδι με την πατερίτσα στον αέρα, κάνοντας τράκα με τη φράση «ψηλέ (ή Στέφανε, αυτές είναι οι δύο κλητικές προσφωνήσεις που χρησιμοποιούν τα πρετζόνια), ένα ευρώ έχεις, έχουμε μείνει από βετζίνα δέκα άτομα εδώ πίσω στην Ξούθου;».

Ωπα, ξεχάσαμε τον Τάκη… Τσουκαλά, είσαι ανύπαρκτος, πιο πουθενάς από σένανε δεν έχει ματαζήσει στον πλανήτη. Δεν κάνεις για τίποτα, οι παντόφλες μου, ο Κατέλης και μισή μερίδα βλίτα έχουν πιο υψηλό IQ από την πάρτη σου. Ασε που ο Κάτμαν παίζει να έχει και πιο μεγάλο λεξιλόγιο από σένα, που το μόνο που ξέρεις να λες είναι «Αντε γεια». Αντε γεια κι από μένα, ρε Καραγκιόζη, σε βαρέθηκα…

Η προσωπική του κόλαση και αυτό που του αξίζει είναι: να είναι σε τριήμερο bachelor πάρτι υπερφλώρων βάζελων (μιλάμε για φλώρους, όμως, όχι μαλακίες, τόσο φλώρους που οι NSync να φαίνονται μπροστά τους ωσάν τους Motorhead) από Β.Π. σε σκάφος στη μέση του Αιγαίου, να έχει κάτσει τρελή στραβή με τις πουτάνες, να έχει μείνει το καράβι από καύσιμο και να τον γλεντάνε τα κοκαρισμένα φλωράκια στο πέος άκοπα, μέχρι να στάξει το γκρόβερ του τυρί Φιλαδέλφεια. Και για επιδόρπιο σβήσιμο πούρων στις ρόγες.

Αν ήμουνα γυναίκα, από το να πάω μαζί του, καλύτερα να… ήμουνα η κόρη του Δουρή. Τέλος.

Και το νούμερο δύο είναι ο…

ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ

Ελεος. Να έρθει κάποιος να μαζέψει τα ξεράσματα. Με κουβά δίπλα μου γράφω. Εδώ μιλάμε για μεγαλεία. Μιλάμε για τον άνθρωπα που είναι κριτής των πάντων χωρίς να έχει κάνει τίποτα στη ζωή του. (Οποιος μου πει κάτι καλλιτεχνικό που έχει κάνει ο Μουρατίδης και έπιασε/πούλησε/είχε την ελάχιστη δυνατή επιτυχία κερδίζει πλαστική κούκλα Τάκη Τσουκαλά με διπλή κωλοτρυπίδα. Και μην πει κανείς ότι είναι dj. Δίσκους έχω κι εγώ σπίτι μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επειδή ακούω Elvis έγινα και το αηδόνι του Memphis.) Εχουμε και λέμε. Κρίνει ανθρώπους που τραγουδάνε. Εχει τραγουδήσει ποτέ στη ζωή του, έστω στο μπάνιο; Ποτές. Οπότε με ποιο κριτήριο κρίνει; Είναι απλό. Εχεις πούτσα; Περνάς. Εχεις μουνί; Σόρι, next year. Παράδειγμα: νεαρός αγορέλλος (σ.σ.: «αγορέλλος» είναι ο έφηβος που δεν τον έχει φάει ακόμα, αλλά έτσι και περάσεις από πίσω του στο τρόλεϊ και του τον ακουμπήσεις κατά λάθος λόγω στενότητας χώρου, στάζει βαρβολίνες η σφυρίχτρα του μέχρι στάση Καλιφρονά. Αν τον φάει περνάει στο επίπεδο «πουστρέλλος») τραγούδησε προχθές, με τον Νικόλα να τόνε βλέπει ωσάν Κούρδος πρόσφυγας που κάθεται απόξω απ’ τους «Μερακλήδες» και κοζάρει τον γύρο με δάκρυα στα μάτια και σάλια μέχρι πεζοδρόμιο. Και τα ‘χουμε ξαναπεί: το τι κάνει ο πάσα εις στο κρεβάτι του δεν μας νοιάζει, αλλά όταν αυτό αποτελεί κριτήριο και κατακεραυνώνει ανθρώπους υποκινούμενους από τη ματαιοδοξία τους και μόνο, τότε δεν μπορούμε και δεν πρέπει να το αφήνουμε έτσι.

Μουρατίδη, γράψε ένα τραγούδι, τραγούδα κάποιο που έχει γράψει ένας άλλος, κάνε ένα χορευτικό (να το δω αυτό και μετά κόψτε μου και τ’ αρχίδια, θα έχω ολοκληρωθεί ως άνδρας…), κάνε κάτι τέλος πάντων διαφορετικό από το να κρίνεις τους άλλους χωρίς ο ίδιος να έχεις έστω ένα μικρό ψήγμα ταλέντου σε οτιδήποτε. Πάρε μια λατέρνα στην τελική και βγες στη Φωκίωνος και παίξε, αλλά ΚΑΝΕ ΚΑΤΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ πριν κρίνεις τους άλλους. Μέχρι τότε, όξω, πούστη, απ’ τον Παράγκα.

Η προσωπική του κόλαση και αυτό που του αξίζει είναι: να βρεθεί σε νησί μόνο με σκυλούδες εθνικής οδού που θα του τραγουδάνε άσματα του τύπου «αν είχανε φωνή οι γκαρσονιέρες, θα πέφταν’ σαν ξερόφυλλα οι βέρες», «και κάνεις και ζημιές, και κάνεις και ζημιές, και έχεις κι απαιτήσεις, τραπέζι πίστα θες» (σιχαίνεται τις λαϊκές πιο πολύ κι απ’ όσο σιχαινόμαστε εμείς τον ίδιο) και να είναι αναγκασμένος να ζήσει όλη του τη ζωή εκεί. Επίσης, η πιο κοντινή βάλανος θα ήταν δύο ναυτικά μίλια από εκεί, σε άλλο νησί, στο οποίο θα ζούσαν μόνο gifted φουσκωτοί, τόσο gifted που to ανδρικό μόριο του Peter North θα φαινόταν μπροστά τους σαν Liposan κεράσι. Και ναι: φυσικά και θα έπαιζαν sharkια με εφτά σειρές δόντια ανάμεσα. Και ναι: θα είχε και κιάλια, για να ‘ναι πιο βαρύ το βάσανο…

Αν ήμουνα γυναίκα, από το να πάω μαζί του, καλύτερα να… Forget it, απλώς δεν γίνεται. Τέλος.

Εφτασε η ώρα, κυρίες μου και κύριοι. Ο πιο σιχαμένος ever είναι ο…

ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΙΝΤΖΗΣ

Τι να πεις… Τα λόγια είναι λίγα για περιγράψουν αυτό το πράμα. Μιλάμε για τον άνθρωπα που έχει σηκωθεί έξαλλος σε εκπομπή, χτυπάει στα χέρια στο τραπέζι με μανία και σκληρίζει: «Πρέπει να το παραδεχθούμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο ΘΕΜΗΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΔΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ». Εξαλλος, όμως, λέμε, όχι μαλακίες. Μιλάμε για τον τύπο που υπερασπίζεται κάθε συμμετοχή μας στην καρακίτς λαϊκοπανήγυρη που λέγεται Eurovision (ναι, ακόμα και του συνεπώνυμού του Μιχάλη με το «S.A.G.A.P.O.», που πλέον έχει καταχωρισθεί στις μνήμες μας ως πιο αστείο κι απ’ το «Της κακομοίρας» με τον Χατζηχρήστο) με θέρμη τσοπανόσκυλου που βλέπει τον λύκο να πλησιάζει στη στρούγκα. Μιλάμε για τον άνθρωπο που είχε μουσική εκπομπή και έβαζε άκοπα και εμπλοκή –στάκα, μαλάκες. Βάστα, Τσιγάννα καρδιά, ν’ αντέξεις κι αυτόν τον πόνο- ΤΖΟΝ ΤΙΚΗ και ΛΑΚΗ ΤΖΟΡΝΤΑΝΕΛΙ! Ααααααααααααααααααααααααααα!!! Μη, όχι, σταμάτααααααααααααααααααααα!!!

Και καλά, θα πεις, αυτά είναι και γραφικά και βγάζουνε και γέλιο. Ομως το ότι ο Ρακιντζής είναι η πιο μεγάλη Κατίνα, η πιο σιχαμένη κουτσομπόλα που έχει βγει ποτέ στην Ελλάδα και μαζί με τη Λαμπίραινα ξεκοκαλίζουνε κόσμο και κοσμάκη στα απαράδεκτα μεσημεριανάδικά τους στο μυαλό το δικό μου απλώς δεν υπάρχει. (Παρεμπιπτόντως, η Λαμπίραινα έχει γίνει σαν φώκια και αν δει στην εκπομπή καμία τσελέμπριτι που έχει βάλει κάνα γραμμάριο τη λέει φάλαινα, ποια, αυτή, που άμα της πετάξεις δίπιτο διπλό περιεχόμενο το τσακώνει α λα Φάντομ Σαργκάνης απ’ το παραθυράκι του γάμα. Οποία κατάντια, συνάνθρωποι… [Αγκύλη εντός της παρένθεσης: πόσο gay ήταν το παραπάνω σχόλιό μου; Μήπως έχω αρχίσει να θέλω να κάψω τη βάτα; Μήπως από δω και πέρα στη θέα των τριχωτών ανδρικών στέρνων θα με διαπερνούν ρίγη;]). Ρακιντζή, τράβα πέθανε κάπου, κάνε κάτι, εξαφανίσου, είσαι πιο σιχαμένος κι από τυρί που βγαίνει από πούτσα homeless στη Νέα Υόρκη, από αυτούς που τον χειμώνα ζεσταίνονται γύρω γύρω απ’ το βαρέλι και αποκαλούν ο ένας τον άλλον nigga ενώ είναι όλοι τόσο μαύροι, που ο Ογκουνσότο μπροστά τους φαίνεται σαν την Αν Χάθαγουεϊ. Οξω κι εσύ απ’ τον Παράγκα.

Η προσωπική του κόλαση και αυτό που του αξίζει είναι: Αυτός θέλει πολλά για να στρώσει, αυτός προκαλεί το μίσος, λέμε. Θα του έκανα ευχαρίστως τέτοια βασανιστήρια που το «Hostel» θα φάνταζε μπροστά σε αυτά χριστιανικό νηπιαγωγείο-κατηχητικό, αποκλειστικά θηλέων. ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΝΤΕΧΩ, ΛΕΜΕ, ξερνάω τη χολή μου κάθε φορά που τόνε βλέπω και μετά την καταπίνω για να τον ξαναδώ και να ξαναξηγηθώ ρουκέτα. Οσο για την προσωπική του κόλαση, αυτό είναι ευκολάκι. Αυτόν θα έπρεπε να τον πετάξεις μόνο του σε ένα νησί, μόνο του εντελώς, όμως, όχι για να τον τιμωρήσεις με τη μη παρουσία συνανθρώπων, αλλά για να νιώθει ότι βράζει στα καζάνια του Βελζεβούλ και του Ασταρόθ επειδή δεν θα έχει ποιον να κουτσομπολέψει. Και πίστεψέ με, θα μαράζωνε ωσάν να ήταν ο Τομ Τζόουνς και μάθαινε ότι ΚΑΙ ο έβδομος γιος του είναι gay, τόσο gay που μπροστά του ο εθνικός μας σταρ, ο Ανδρέας Ευαγγελόπουλος, θα φαινόταν κάτι σαν τον Τζόρτζι Μπεστ (R.I.P. George…).

Αν ήμουνα γυναίκα, από το να πάω μαζί του, καλύτερα να… με παίρνανε παρτούζα ο Τσουκαλάς με τον Μουρατίδη. Τέλος.

Ουφ, ξέσκασα…